Τρίτη, 02 Φεβρουαρίου 2010

Ημερολόγιο ταξιδιού.


Μπαρκάρω.. Δέν ξέρω που είμαι.. Που πάω? Προς τον χαμό μου! Προχωρώ γεμάτη ερείπια, όπου με αγγίξεις θα γκρεμιστώ. Κάποτε πίστευα στην αιωνιότητα, έλπιζα σε αυτή. Μία αιώνια αιωνιότητα που ούτε οι πέτρες δεν την έζησαν. Η μνήμη μου δυνάμωνε καθως περνούσαν τα χρόνια. Αν και κατασπαραγμένη, ανάμεσα στις χαμένες Ατλαντίδες της, παφλάζανε τα όνειρα μου. Ονειροπολούσα ακατάβλητα νίκες που θα έφερνε το μέλλον, βάδιζα ανάποδα στη ζωή.. Στέριωνα με αιώνιους στοχασμούς ότι πέθαινε μπρος στα μάτια μου.

Στις φλέβες μου έρεε αλμυρό νερό.. Η καρδία μου θάλασσα.. Κρύβει ναυάγια και φουρτούνες. Τα μάτια μου υγρά διαμάντια. Το κορμί μου αμμουδιά. Τα όνειρα μου γαλάζια.. Το λιμάνι χάθηκε στον ορίζοντα, είμαι στο ανοιχτό πέλαγος. Φαντάζομαι την μητέρα μου να τραβάει με μάτια πρησμένα από το κλάμα προς την κάμαρα σιγοψυθιρίζοντας ακόμα τα στερνά λόγια που μου είχε πει: "Να προσέχεις, μην εμπιστεύεσε τη θάλασσα. Θα σε περιμένω". Ήξερε ότι δεν θα γυρνούσα. Γνώριζε πως η θάλασσα ήταν η έμπιστη μου φίλη.. Μονάχα η απάραντη υγρή έκταση γνώριζε τις πιο κρυφές μου σκέψεις. Μα.. Μόνο αυτή?

Έρχεται παλίρροια, με παρασέρνει στη στερία. Τσακισμένη από τα άγρια κύματα. Ναυάγησα! Όλα μου τα πήρε ο Ποσειδώνας, με γύρισε από νησί σε νησί, απο φουρτούνα σε φουρτούνα και τώρα ξαφνικά με έριξε κατακομένη σε μια αμμουδία. Με ζαλίζει η στεριά. Ξέχασα να περπατάω. Τα βήματα μου διστακτικά, σαν τα πρώτα βήματα ενός μικρού παιδιού. Προχωρώ με βήματα σταματημένα. Μαζεύω τα κομμάτια μου και φτιάχνω σχεδία. Ξανακινάω.. Ο φόβος κλαίει.. Ο προορισμός, βρεμμένος ως το κόκκαλο..

Ο ήλιος βάφει με αίμα τη θάλασσα. Μένω για ώρες στραμένη ως προς αυτόν με τέτοιο τρόπο που ο θάνατος φαντάζει να θεριεύει πίσω απ' την πλάτη μου και μπροστά μου να υψώνετε ο ίσκιος όλων των θανάτων. Χανόμουν σε κύματα, σαν να προπονούμουν για τον μεγάλο χαμό. Τις κινήσεις μου τις όριζε ένας ανυπόμονος πλοηγός, ένας καπετάνιος που μετρούσε απεγνωσμένα τα ναυτικά μίλια που απόμεναν μέχρι το πιο κοντινό λιμάνι αλλά καθως πλησίαζαμε σε αυτό παρέκλινε απο την πορεία και ξαναχανόταν μέσα στα πελάγη.

Δεν ζούσα. Πηγαινόφερνα τα κύματα μου μέσα στα κύματα. Οι τυφώνες την σκέψης μου με παράσερναν από τη μιά θλίψη στην άλλη.

Ένα μαραμπού παράμερα γρυλίζει, με καλεί.. Σιμώνω.. Του μιλάω με ένα στόμα που γυρέυει σώμα και ψυχή, που ψάχνει τόπο να στεριώσει. Είχε πιεί νερό από την θάλασσα στην οποία είχα εμπιστευτεί τα μυστικά μου. Ήξερε τα πάντα για εμένα πρωτού καν συναντηθούν τα βλέματα μας. Η σιωπή του είναι εκκωφαντική, είχε πιεί το αμίλητο νερό γρυλίζοντας. Ήξερε ότι αν και ήμουν εκεί, ταξίδευα το πουθενά μου κάπου αλλού στο πουθενά. Γνώριζε ότι αυτοκτονώ αυτοκαταστρεφώμενη καταστρέφοντας αυτό που με κατέστρεφε.
"Έι μαραμπού! Μείνε μαζί μου.. Έτσι για να φαινόμαστε πολλοί κάθε που μας μετράει το άδειο. Μη φύγεις. Δεν σε δένω.. Δεν σε σκλαβώνω. Απλά σου ζητώ μια χάρη: αν σου περισεύει λίγη αγάπη, αγάπησε με!" Μα με αγαπούσε ήδη, κι ας μην έβρισκε τον τρόπο να μου το δείξει. Κι έτσι έμεινε κοντά μου

Τα χρόνια περνούσαν κι εγώ ταξίδευα αδιάκοπα παρέα με το μαραμπού, γερασμένοι και οι δύο. Μια μέρα ξύπνησα υδρωμένη, νιώθωντας ότι μου έλειπε η καρδιά. Το μαραμπού είχε πετάξει για αλλού.. Δεν μπόρεσα ποτέ να καταλάβω την απόφαση του να πεθάνει τόσο νωρίς. Μου είχε υποσχεθεί ότι θα ήταν μαζί μου μέχρι το τέλος, νόμιζα ότι έλεγε για το δικό μου τέλος. Το έσκασε πρώτο σαν να είχε ρυθμίσει όλες τις υποθέσεις του βίου του, του βίου μας.. Πως να ξεπεράσω τον χαμό του? Τι να κάνω το σώμα μου, την σκιά μου? Νιώθω κουρασμένη, νυσταγμένη..
Καθώς βυθίστικα στον ύπνο, ο καπετάνιος με πάει προς το κύμα.. Στο σπίτι μου, στον τόπο μου, εκεί που πάντα ζητούσα να ταφώ.

Αν η ταυτότητα των ανθρώπων είναι ο δρόμος τους, εμένα -ευτυχώς- δεν με λυπήθηκε κανένας εργολάβος και δεν είχα δρόμο μα ένα υγρό μονοπάτι χαραγμένο με παράξενα κοράλια όπου ποτέ κανένα ανθρώπινο μάτι δεν τα είχε δει. Για τους ζωντανούς αποτελούσα ένα φάντασμα.. Ήμουν η πιο ζωντανή μέσα στους νεκρούς αλλά όταν ζούσα ήμουν η πιο νεκρή ανάμεσα στους ζωντανούς. Μέσα από τα μάτια μου αυτοί ήταν τα φαντάσματα. Οι αγάπες με ξάχασαν ήδη, μόνο η μάνα μου με θυμάτε πλέον.

Παρακολουθώ τους ανθρώπους. Είναι τόσο αλλόκοτοι, ζούνε την στάσιμη ζωή τους μέσα στην ακατάστατη αγωνία των φαντασμάτων που τους στοιχειώνουν χωρίς ποτέ να δέχονται ότι έχασαν μέσα στον θεατρινισμό τους. Με επισκέπτονται μέρα μεσημέρι με τις πικρίες και τα δάκρυά τους, με τα ρόδα που ρίχνουν στον υγρό μου τάφο. Ξέρω ότι δεν κλαίνε στο μνημόσυνο μου, μονάχα κλαψουρίζουν.

Παρόλα αυτά υπάρχουν κάποιοι ανθρώποι τους οποίους εμπιστεύομαι ακόμα -οι ναυτικοί. Οι ίδιοι ναύτες για τους οποίους ο Καββαδίας είχε ξοδευτεί για να καταστήσει νοητό στους στεριανούς ότι δεν ρίχνονται στα κύματα επειδή τους αρέσει η αρμονία και η γαλήνη που εκπέμπει η θάλασσα. Αυτό που τους ταξιδεύει είναι η Μοίρα. Δεν αναφέρομαι στους ναυτικούς που βλέπουν την θάλασσα ως επάγγελμα αλλά σε αυτούς που είναι μαγεμένοι από αυτήν, αυτούς που η θάλασσα είναι η ερωμένη τους.

Εμπιστεύομαι ακόμα τους ανθρώπους που θέλουν να εμποδίζονται από τη μοίρα να νικήσουν. Κάποτε έτσι ήμουν κι εγώ.. Ίσως όμως τελικά να επιδίωκα να χάσω αφού δεν μπορούσε η νίκη μου να είναι τόσο ισχυρή ώστε να γεννήσει επιτέλους μέσα μου μια στάλα αισιοδοξίας. Έτσι έμεινα να ταξιδεύω από φαντασίωση σε φαντασίωση, από τα ερείπια του κόσμου στα ερείπια της ζωής μου. Αρνητικός άνθρωπος ήμουν, δεν χώνευα την θετικότητα. Τα πιο φιλελεύθερα μου λόγια ήταν αυτά που είχα ξεστομήσει λιγάκι πριν πεθάνω.

Μα είχα πεθάνει ξανά. Πέθαινα κάθε μέρα για να επιβεβαιώνω ότι είμαι ακόμα ζωντανή. Άκουγα δολοφονικές φωνές μέσα μου. Ίσως αυτό θα έπρεπε να με είχε προετοιμάσει για τον τελικό θανατό μου, να με έκανε να νιώσω πιο έτοιμη. Μα έτοιμη ποτέ δεν θα κατάφερνα να νιώσω. Πάντα χρωστούσα μια τελευταία "συγνώμη", ένα στερνό "σ' αγαπώ".

Ήθελα να πω κάτι. Το είπα? Δεν το είπα. Μπορούσα? Δεν μπορούσα. Πάσχιζα να φτάσω το απόλυτο του εφήμερου, σαν απαγορευμένη ηδονή. Σκυθρωπή, γεμάτη ενοχές κοιτούσα για ώρες τον ορίζοντα που δεν έλεγε να τελειώσει. Δεν χωρούσα ούτε καν στο περιθώρειο. Κουβαλούσα ανείπωτες λέξεις μέσα μου σαν πνιγμένους που τους κρατάει η θάλασσα φυλακισμένους για πάντα μέσα της. Πνιγμένους που ποτέ δεν έρχετε το κύμα που θα τους σύρει στην ακτή.

Με κρίνανε από παντού, σε κανένα δεν άρεσε αυτό που έκανα. Με περιτρυγύριζαν σαν αρπακτικά έτοιμα να με φάνε. Κι εγώ ανεχόμουν τα πάντα γιατί ήθελα να μετράω, όχι για αυτούς, δεν με ένιαξε ποτέ τι λένε για μένα. Υπήρχε όμως ένας άνθρωπος για τον οποίο ήθελα να σημαίνω κάτι. Ήξερα ότι επηρεαζόταν από τα λεγόμενα των υπόλοιπων κι έτσι προσπαθούσα να τους κάνω να με πάρουν στα σοβαρά. Τους μιλούσα στα πλαίσια της δικής τους σοβαρότητας για να τους πείσω. Ανέλυα, έπερνα θέση. Ήμουν εκεί περιμένοντας να με κρίνουν.

Αποτελόυσα πάντα το κακό παιδί. Ίσως γιατί δεν μπορούσαν να καταλάβουν την τρέλα μου. Οι "λογικοί" φοβούνται τους τρελούς, γι' αυτό τους κλείνουν σε ψυχιατρικές κληνικές. Τους τρέμουν γιατί ξέρουν ότι δεν θα δίσταζαν ποτέ να πουν την αλήθεια. Όχι φυσικά την δική τους αλήθεια η οποία είναι ένα κομάτι των ψεμάτων τους. Οι κομφορμιστές έπεισαν τους ανθρώπους ότι είναι ωραία τα αληθινά ψέματα κι έτσι βολεύτηκαν μέσα σε αυτά.

Εγώ συνέχισα να ξαναγυρνώ στο ίδιο σημείο σαν εγκληματίας. Το έπαιζα διανοούμενη. Το έπαιζα αλήτισσα. Βαθεία μέσα μου ήμουν και τα δύο. Μα το έπαιζα για να μην τους τρομάξω. Κι αυτοί με κατανάλωναν σαν να ήμουν ζωντανό λείψανο.Ήθελα να ήμουν καλός "κακός" μα ποτέ δεν έιχα καταφέρει να λύσω αυτή την μαθηματική εξίσωση όσα μαθηματικά κι αν είχα μάθει. Είχα φτιάξει ένα αλιθηνό μύθο και ζούσα μέσα σε αυτόν γιατί η μόνη ανώτερη δύναμη στην οποία πίστευα ήταν η αγάπη, και είχα αγαπήσει..

Η αγάπη είναι νεκρανάσταση την κάθε στιγμή που είστε μαζί, ακόμα κι αν δεν σου ανήκει. Εξάλλου δεν μπορείς να πεις ότι θα μπορούσε να σου ανήκει ένας άνθρωπος. Κι αυτός που είχα αγαπήσει αν και ήταν αταξίδευτος (αν με την έννοια του ταξιδιού εννοούμε τις γήινες εξαρτήσεις των βημάτων μας), έμοιαζε με ταξιδιάρικο πουλί. Το πάθος μου είχε καταπιεί τον ναρκισιμό μου. Πόναγα. Η ζωή μου είχε γίνει ένα ξεχασμένο ναυάγιο πολεμικού καραβιού, παρατημένο στον τόπο του εχθρού - είναι σχεδόν σίγουρο ότι κανείς δεν το θέλει εκεί.

Δεν ήμουν σπίτι για να στοιχίωσω σαν με εγκαταλέιψουν.. Δεν ήμουν παιδί που καθὠς νυχτώνει κουρνιάζει από φόβο στην αγκαλιά της μητέρας του.. Δεν ήμουν θάλασσα για να σε ταξιδευώ.. Δεν ήμουν φάρος για να σου δείχνω με τις αναλαμπές μου ότι δεν βαδίζεις μόνος. Δεν ήμουν κερί αναμμένο πάνω από του γραφείου σου τα χαρτιά που τα μουτζούρωσες με τις σκεψεις σου. Ήμουν ακόμα μια γυναίκα που σε είχε αγαπήσει.. Δεν βήκα ποτέ τη δύναμη να σου το πω αλλά πιστεύω ότι ακόμα κι αν το μάθαινες δεν θα σε ένιαζε. Ίσως τελικά αυτός να είναι ο λόγος που το κράτησα μυστικό.

Έγινα παρανοηκή, έστριβα γωνίες και κοίταζα πίσω μου. Κατανάλωνα φαντάσματα σε στέκια και σκοτεινά δρομάκια. Αφηνόμουν στην μοναξία μου και πάλευα με τις σκέψεις. Η ζωή μου είχε μετατραπεί σε φέρετρο, σε λείψανο μιας πόρνης που είχε όνειρα παρθένας. Χάος, αδιέξοδο -σκληρή επιλογή- η επιλογή μου. Πάσχιζα να βρω νόημα, να μην καταποντιστώ, να πιάσω πάτο, να γευτώ τα κατακάθια του καφέ. Το κατάφερα, έζησα σε αυτό τον "υπόγειο" κόσμο. Άντεξα αν και ήταν βαρύ το τίμημα. Ακόμα και ανάπηρη στεκόμουν στα πόδια μου. Ζωή των ερειπίων (όχι ζωή - ερέιπιο). Με είχε πληγιάσει η σαθρή πραγματικότητα. Ήθελα να κάνω κάτι μπάσταρδο, ένιωθα μπάσταρδο παιδί που κοιτάει με το τηλεσκόπιο του χρόνου στραμένο ανάποδα, την ώρα να περνάει, ανίκανο να κάνει αυτό που φανταζόταν χθες για το σήμερα.

Μα καθώς κοιτάζα τις ώρες να περνἀνε, κατάλαβα ότι με αυτές περνούσε κι η ζωή μου. Περνούσε μπρος στα μάτια μου κι εγώ δεν την σταμάτησα. Δεν την σταμάτησα γιατί δεν με ένοιζε να ζήσω αφού δεν μπορούσα να έχω εσένα, να εχω τη θάλασσα και το μοναχικό μαραμπού. Έσυ ήσουν το μαραμπού, προσωποποίηση της αθωότητας, της αγνότητας, της πιστής αγάπης. Δεν ήμουν φτιαγμένη από άφθαρτα υλικά μα δεν με ένοιξε αυτό. Το μόνο που ήθελα είναι να καταναλώνομαι από εσένα. Μα αφού η ζωή μας έστειλε μακρυά τον ένα από τον άλλο, απόθεσα τις ελπίδες μου στον θάνατο. Έβγαλα τη ψυχή μου από το σώμα και την άφησα να σέρνετε στα βηματά σου. Δεν είχες έρθει να με δεις την ώρα που σπάραζα, δεν ήρθες να δεις πως θα χανόμουν μπρος στα μάτια σου. Ούτε από το μνήμα μου πέρασες! Μα ξέρω, είναι άδειο αφού δεν βρήκανε το σώμα μου μιας και το είχα παραδώσει στην άλλη μεγάλη μου αγάπη, τη θάλασσα.


Χριστίνα Αρχόντους

Δευτέρα, 01 Φεβρουαρίου 2010

Κάποια άλλη..


Στον κόσμο των άλλων ζει και κάποια άλλη. Κάποια άλλη που είναι αλλιώς. Που δεν είναι αναρχική μα έχει αναρχική ψυχή.. Είναι η πιο νεκρή ανάμεσα στους ζωντανούς.. Είναι απλή χωρίς να γίνετε απλοϊκή, νήπια αλλ’ όχι νήπιο, ερωτική μα όχι ερωτιάρα, πολιτική κι όχι πολιτικάντης, στρατευμένη αλλά όχι στρατιωτάκι, ρυθμική κι όχι κουρδισμένη, έντονη μα καθόλου ντοπαρισμένη που πίνει το αμίλητο νερό μιλώντας.. Είναι μια παράξενη και μυστηριώδης ύπαρξη που τα βλέπει όλα μαυρόασπρα και βάζει χρώμα μόνο σε ότι η ίδια θεωρεί σημαντικό και άξιο προσοχής. Έγινε αρνητική επειδή ιδιοσυγκρασιακά δεν άντεχε τη θετικότητα και τις καθεστωτικές της επιλογές όταν αγνοούσαν αυτή την ίδια.
Περιπλανιέται από φαντασίωση σε φαντασίωση, από ναυάγιο σε ναυάγιο.. Πετάει ψηλά για να δει πόσο μικρά φαίνονται όλα, ακόμα και οι πιο ‘σκληροί’ και δυνατοί κι όλα της φαίνονται λίγα καθώς τα συγκρίνει με την ηλικία των βράχων ή με την υπομονή του φεγγαριού. Ρίχνετε στο κενό για να δει πόσο χαμηλά μπορεί να πέσει. Στεριώνει με αιώνιους στοχασμούς ότι βλέπει να τρεμοσβήνει και να χάνετε σαν όνειρο μπρος στα μάτια της. Δεν της αρέσει να νικάει· θέλει να ‘εμποδίζετε’ να νικήσει, να εμποδίζετε από τη μοίρα της.. Ακόμα κι αν όλα πάνε καλά στήνει μονάχη της εμπόδια(!). Ίσως τελικά να ποθεί να χάνει αφού δεν μπορεί να βγει νικήτρια στο βαθμό που θα έπρεπε ώστε να εξουδετερωθεί η απαισιοδοξία της.
Μαδάει αναμνήσεις και όχι μαργαρίτες σαν θέλει να δει ποιοι την αγάπησαν πραγματικά. Είναι κάποια άλλη που δεν πεθαίνει αυτοκτονώντας μα αυτοκτονεί ζώντας.. Μια μαύρη σκιά που βγαίνει έξω κάθε βράδυ φορώντας υγρό προσωπείο και ψάχνει να βρει λίγο δικό της χώρο. Η μάσκα ποτέ δεν καλύπτει τα μακριά μαύρα μαλλιά της, ποτέ δεν φοράει καπέλο για να γλεντάνε τουλάχιστο αυτά την ελευθερία τους κι ας είναι μέσα στο μολυσμένο νέφος.
Μια ξεθωριασμένη από το πέρασμα του καιρού ταμπέλα στη πλάτη της γράφει «Ζητείται Πατρίς!». Μα δεν βρίσκει ούτε μια σταλιά γης για να αράξει και να ξαποστάσει για λίγο κι έτσι επιβιβάζετε σε ένα καράβι με την ελπίδα ότι καθώς ταξιδεύει σε μακρινούς και αλλόκοτους κόσμους ίσως ανακαλύψει και το δικό της κομμάτι γης, θάλασσας η ουρανού..

Χριστίνα Αρχόντους

Πέμπτη, 28 Ιανουαρίου 2010

Πρόσκληση.. Πρόκληση..


Θα ήθελα πολύ να επισκευτὠ τον τάφο του Κόλια.. Πόσο μάλλον με την Καββαδιόπληκτη αγάπη μου. Είναι όμως κάποια πράγματα που τα θέλουμε πολύ αλλά τα φοβόμαστε. Ασυνείδητα στο είχα ζητήσει παλαιότερα όμως όταν προσφέρθηκες να το κάνουμε τρόμαξα κι έκανα πίσω.. Ίσως γιατί δεν θέλω η δεν μπορώ να συνειδιτοποιήσω ότι είναι αλλού, ότι έφυγε. Τον Καββαδία τον γνώρησα μέσα από τα γραπτά του κι από τότε έχουμε καθήσει άπειρες φορές παρέα στα βράχια χαζεύοντας τη θάλασσα. Όταν υποχωρούσαν τα νερά η θάλασσα έμοιαζε να απομακρύνετε από εμάς όμως ακολουθούσε η παλίρροια για να μας παρασύρει μαζί της. Ὠρες ατέλιωτες κοιτάζαμε τη θάλασσα και θα την κοιτάζουμε για πολύ ακόμα μέχρι να μπω στο ίδιο καράβι μαζί του και να διασχίζουμε μαζί τα νερά της Στυγός. Θυμάμαι χαρακτηριστικά μια φορά που είχα καθήσει αρκετές ώρες στην ακρογιαλιά παρακολουθώντας την παλίρροια. Όταν τα νερά υποχώρησαν κοίταξα δίπλα μου και με έκπληξη είδα ότι ο μαρκόνης είχε υποχωρήσει μαζί με τη θάλασσα, είχανε απομακρυνθεί. Βάδισα προς το σπίτι νιώθωντας ότι έχασα ένα πολυαγαπημένο πρόσωπο, τον καλύτερο μου φίλο -Ν.Κ- και την ἐμπιστη μου φίλη -τη θάλασσα. Είχα κάνει αρκετό καιρό μέχρι να επισκευτώ ξανά την απέραντη, υγρή γαλάζια έκταση με τον φόβο ότι θα έβρισκα εκεί μονάχα ένα βλακώδες μαραμπού και όχι τα θλιμμένα του μάτια να το κοιτάνε. Φοβήθηκα ότι είχε χαθεί στο βυθό παρέα με τη γοργόνα και με είχε ξεχάσει. Όμως δεν είναι άνθρωπος που ξεχνά τόσο απλά και ειδικότερα τα άτομα με τα οποία έτυχε να είναι συνταξιδιώτης. Τον βρήκα λοιπόν πάλι εκεί, καθήσαμε για αρκετή ώρα αλλά σαν Σταχτοπούτα έφυγα τρέχοντας πρωτού προλάβουν να αρχήσουν να υποχωρούν τα νερά. Λες και θα λύνονταν τα μάγια..
Με φοβίζει απίστευτα η φυγή, ο αποχαιρετισμός. Γι' αυτό και φοβάμαι να πάω στον τάφο του. Γιατί μπορεί όλοι να πιστεύουν και να το ξέρουν ότι έχει φύγει για αλλού αλλά εγώ τον είδα και τον βλέπω ακόμα. Για μένα ζει και έρχεται μαζί με την παλίρροια. Και δεν τον αφήνω να φύγει γιατί φεύγω εγώ πρώτη. Δεν θα μπορούσα να ζήσω ξανά τον τρόμο την συνηδιτοποίησης του χαμού του. Πόσο μάλλον όταν ο χαμός αυτός δεν είναι προσωρινός, όταν είναι ο θάνατος.. Γι' αυτό δεν θα ήθελα να ξανακούσω για τάφο, θάνατο η μνήμα.. Θα αντιδρώ σαν κακομαθημένο παιδί που σφραγίζει τα αυτιά του με τα χεράκια του όταν του κάνουν παρατήρηση και το μαλώνουν. Άστε με λοιπόν να ζήσω στον κόσμο μου, όσο τρελός κι αν σας φαίνετε. Χάρισμα σας η πραγματικότητα.. Εγώ κρατάω το όνειρο! Μην μου στερείτε τ' όνειρο για άχρηστες αλήθεις.

Χριστίνα Αρχόντους